Άρθρο του Σωτήρη Γ. Σκαπέρδα CPA, CREs, LPP/Chief Executive Partner της Business Partner Network – Financial & Business Advisors όπως δημοσιεύτηκε στην Εφημερίδα Political (21/10/2026, σελίδα 36)

«Οι δήμοι δεν χρειάζονται περισσότερους αριθμούς αλλά καλύτερες αποφάσεις»

Για χρόνια η συζήτηση για την οικονομική λειτουργία των δήμων περιστρεφόταν κυρίως γύρω από έναν βασικό άξονα: πόσα χρήματα εισπράξαμε, πόσα δαπανήσαμε και αν ο προϋπολογισμός εκτελέστηκε σύμφωνα με τον σχεδιασμό. Σήμερα αυτό δεν αρκεί.
Η Τοπική Αυτοδιοίκηση βρίσκεται μπροστά σε μια διαφορετική πραγματικότητα. Οι ανάγκες αυξάνονται, οι διαθέσιμοι πόροι δεν είναι απεριόριστοι, οι υποδομές απαιτούν σημαντικές επενδύσεις, η κλιματική
κρίση δημιουργεί νέους κινδύνους και οι πολίτες απαιτούν καλύτερες υπηρεσίες, μεγαλύτερη διαφάνεια και λογοδοσία.
Το βασικό ερώτημα επομένως αλλάζει: από το πόσα ξοδεύει ένας δήμος στο τι αποτέλεσμα παράγει με αυτά που διαθέτει.
Αυτή είναι κατά τη γνώμη μου η πραγματική σημασία της νέας εποχής που ανοίγει για την αυτοδιοίκηση.
Ο νέος Κώδικας Τοπικής Αυτοδιοίκησης, με τον ν. 5314/2026, εισάγει ένα σημαντικό πλαίσιο για την παρακολούθηση και αξιολόγηση των επιδόσεων: η δημιουργία του Κόμβου Παρακολούθησης Επιδόσεων Τοπικής Αυτοδιοίκησης και η θεσμοθέτηση δεικτών δημιουργούν μια νέα βάση για τη λειτουργία των ΟΤΑ.
Όμως υπάρχει ένας κίνδυνος: να αντιμετωπίσουμε και αυτήν τη μεταρρύθμιση ως μια ακόμη υποχρέωση υποβολής στοιχείων.
Να συμπληρώνουμε πίνακες, να υποβάλλουμε δεδομένα και να παράγουμε αναφορές, χωρίς αυτά να επηρεάζουν πραγματικά τις αποφάσεις της διοίκησης. Αυτό θα ήταν χαμένη ευκαιρία.
Ο δείκτης δεν έχει αξία επειδή μετρά κάτι. Έχει αξία όταν οδηγεί σε μια καλύτερη απόφαση.
Ένας δήμος πρέπει να γνωρίζει, για παράδειγμα, όχι μόνο πόσο κοστίζει η καθαριότητα, αλλά πόσο κοστίζει η αποκομιδή ανά τόνο απορριμμάτων και αν η ποιότητα της υπηρεσίας βελτιώνεται.
Πρέπει να γνωρίζει όχι μόνο πόσα χρήματα δαπανά για ενέργεια, αλλά αν οι επενδύσεις που πραγματοποιεί μειώνουν πραγματικά το ενεργειακό κόστος.
Πρέπει να γνωρίζει όχι μόνο πόσα έργα εντάχθηκαν σε ένα πρόγραμμα, αλλά ποιο είναι το πραγματικό αποτέλεσμα αυτών των έργων για τους πολίτες.
Αυτό σημαίνει μετάβαση από τη διοίκηση της δραστηριότητας στη διοίκηση του αποτελέσματος.
Και εδώ βρίσκεται μια από τις σημαντικότερες αλλαγές που πρέπει να πραγματοποιηθούν στην Αυτοδιοίκηση.
Η οικονομική βιωσιμότητα ενός δήμου δεν κρίνεται μόνο στο τέλος του οικονομικού έτους αλλά καθημερινά.
Η ρευστότητα, η εισπραξιμότητα των εσόδων, η εξέλιξη των ληξιπρόθεσμων οφειλών, η πορεία των επενδύσεων και οι μελλοντικές υποχρεώσεις πρέπει να παρακολουθούνται συστηματικά.
Ένας δήμος που αντιλαμβάνεται την οικονομική πίεση όταν αυτή εμφανιστεί στον ετήσιο απολογισμό έχει ήδη χάσει πολύτιμο χρόνο.
Αντίθετα, ένα σύστημα χρηματοοικονομικών δεικτών μπορεί να λειτουργήσει ως μηχανισμός έγκαιρης προειδοποίησης. Να δείξει εγκαίρως πού δημιουργείται πρόβλημα και να επιτρέψει στη διοίκηση να παρέμβει πριν αυτό εξελιχθεί σε κρίση.
Το ίδιο ισχύει και για τον δανεισμό. Το ερώτημα δεν πρέπει να είναι μόνο αν ένας δήμος μπορεί τυπικά να δανειστεί. Το πραγματικό ερώτημα είναι αν μπορεί να εξυπηρετήσει το χρέος του χωρίς να υπονομεύσει τη μελλοντική λειτουργία του.
Κάθε σημαντική επένδυση πρέπει να εξετάζεται σε βάθος χρόνου: πόσο θα κοστίσει, πόσο θα κοστίζουν η λειτουργία και η συντήρησή της, ποιες ταμειακές ροές θα απαιτήσει και ποια οφέλη θα δημιουργήσει.
Η λογική αυτή είναι ακόμη πιο κρίσιμη στις ΔΕΥΑ. Μια ΔΕΥΑ μπορεί να εμφανίζει έναν ισοσκελισμένο προϋπολογισμό και ταυτόχρονα να αντιμετωπίζει υψηλές απώλειες νερού, αυξημένο ενεργειακό κόστος, παλαιωμένα δίκτυα ή προβλήματα είσπραξης.
Επομένως, η πραγματική βιωσιμότητα δεν αποτυπώνεται σε έναν μόνο οικονομικό αριθμό. Χρειάζεται να συνδυάζουμε την οικονομική επίδοση με την τεχνική λειτουργία, την ποιότητα της υπηρεσίας και την περιβαλλοντική επίδοση.
Το ίδιο μοντέλο μπορεί και πρέπει να εφαρμοστεί στους δημοτικούς φορείς (Αναπτυξιακές Εταιρείες, Νομικά Πρόσωπα ΟΤΑ), προσαρμοσμένο στη φύση και στην αποστολή τους. Ένας κοινωνικός φορέας πρέπει να μετρά την ποιότητα και την αποτελεσματικότητα των υπηρεσιών που παρέχει στους ωφελούμενους. Ένας πολιτιστικός οργανισμός πρέπει να εξετάζει την πρόσβαση και τη συμμετοχή των πολιτών. Ένας φορέας υποδομών πρέπει να παρακολουθεί τη διαθεσιμότητα, την ασφάλεια και τη συντήρηση.
Δεν μπορούν όλοι να αξιολογούνται με τον ίδιο τρόπο. Μπορούν όμως όλοι να διοικούνται με την ίδια βασική αρχή: στόχος – πόρος – δείκτης – αποτέλεσμα – αξιολόγηση – διορθωτική παρέμβαση. Αυτό είναι το μοντέλο που χρειάζεται η Αυτοδιοίκηση. Και αυτό απαιτεί μια αλλαγή κουλτούρας.
Δεν χρειάζεται να δημιουργήσουμε περισσότερη γραφειοκρατία. Χρειάζεται να δημιουργήσουμε καλύτερη πληροφόρηση για τη διοίκηση.
Δεν χρειάζεται να παράγουμε ατελείωτες αναφορές. Χρειάζεται να γνωρίζουμε ποιοι είναι οι κρίσιμοι δείκτες που πρέπει να παρακολουθεί κάθε δήμος.
Δεν χρειάζεται να συγκρίνουμε μηχανιστικά δήμους διαφορετικού μεγέθους, γεωγραφίας και αναγκών. Χρειάζεται να κατανοούμε γιατί ένας δείκτης βελτιώνεται ή επιδεινώνεται και τι πρέπει να γίνει για αυτό.
Η αξιολόγηση δεν πρέπει να μετατραπεί σε έναν νέο διαγωνισμό «καλών» και «κακών» δήμων. Πρέπει να γίνει εργαλείο βελτίωσης.
Ο στόχος είναι να γνωρίζει η διοίκηση πού βρίσκεται σήμερα, πού θέλει να πάει και τι πρέπει να αλλάξει για να φτάσει εκεί.
Αυτό σημαίνει ότι οι δείκτες πρέπει να συνδέονται με τον στρατηγικό σχεδιασμό, τον προϋπολογισμό, τις επενδύσεις και την καθημερινή λειτουργία των υπηρεσιών.
Κάθε σημαντικός στόχος πρέπει να έχει έναν υπεύθυνο, ένα χρονοδιάγραμμα, διαθέσιμους πόρους και ένα μετρήσιμο αποτέλεσμα.
Και κάθε σημαντική απόκλιση πρέπει να οδηγεί σε μία ερώτηση: γιατί συνέβη και τι κάνουμε τώρα;
Αυτό είναι τελικά το σημαντικότερο βήμα.
Η σύγχρονη Αυτοδιοίκηση δεν μπορεί να διοικείται μόνο κοιτάζοντας τον καθρέφτη του προηγούμενου έτους. Πρέπει να κοιτάζει μπροστά.
Οι δείκτες επιδόσεων μπορούν να γίνουν το εργαλείο που θα συνδέσει την οικονομική πειθαρχία με την αποτελεσματικότητα, τη χρηματοδότηση με το αποτέλεσμα και τις επενδύσεις με τη βιώσιμη ανάπτυξη.
Η πραγματική επιτυχία λοιπόν δεν θα μετρηθεί από το πόσα δεδομένα θα συλλέγουν οι δήμοι. Θα μετρηθεί από το αν τα δεδομένα αυτά θα μετατρέπονται σε καλύτερες υπηρεσίες, βιώσιμες υποδομές, έγκαιρη αντιμετώπιση οικονομικών κινδύνων και πραγματικό όφελος για τις τοπικές κοινωνίες.
Γιατί στο τέλος της μέρας ο πολίτης δεν ενδιαφέρεται πόσους δείκτες διαθέτει ένας δήμος. Ενδιαφέρεται αν ο δήμος λειτουργεί καλύτερα.
Και αυτή είναι ίσως η σημαντικότερη πρόκληση της νέας εποχής για την Τοπική Αυτοδιοίκηση: να περάσουμε από τη μέτρηση της λειτουργίας στη διοίκηση του αποτελέσματος.

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *

This is default text for notification bar